ἄχομαι

ἄχνυμαι, ἄχομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `grieve, lament for' (Il.).
Other forms: Ptc. also ἀχεύων, ἀχέων (Il.; s. below); aor. ἀκαχέσθαι, ἀκαχεῖν, ἀκαχῆσαι, perf. ἀκάχημαι (ἀκηχεμένη m.c.?). ἄχομαι twice (Od.).
Derivatives: Pres. ἀκαχίζομαι, -ίζω ; ἀχνάσδημι (Alk. 81), for a verb in -άζω from *ἄχνημι, *ἄχναμαι (beside ἄχνυμαι, s. Schwyzer 693 A. 4, 716 Mom. 4). - Old is ἄχος n. `sadness, pain' (Il.); ἀχνύς, -ύος f. (Kall.) after ἄχνυμαι.
Origin: IE [Indo-European] [7] *h₂egʰ- `be distressed, fear'
Etymology: With ἄχος agree Goth. agis n., OE. ege m. `fear', though there is difference in meaning. Further Goth. ptc. un-agands `fearless' (them. like ἄχομαι). - Pret.-pres. Goth. ōg `I feared' like OIr. ad-āgor id. (both from IE ā or ō) confirm zero grade in ἄχνυμαι. - In ἀχεύων we have an athematic participle, prob. from the aorist-stem (aor. *ἠ᾽χευ-α), beside pres. ἄχ-ν-υ-μαι. For ἀχέων : ἄχος cf. κρατέων ; κράτος, s. Schwyzer 696 β, 724 A.1. ἀχεύων not from *ἀχεύ-ι̯ων. S. Strunk, Nasalpräs. 105ff.
Page in Frisk: 1,202-203

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άχομαι — ἄχομαι (Α) βλ. αχέω (Ι) …   Dictionary of Greek

  • ἄχομαι — ἀχεύω grieving pres ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αχέω — (I) ἀχέω και ἀχεύω (παθ. ἄχομαι, ἄχνυμαι, ἀκαχίζομαι) (Α) Ι. 1. στενάζω, θρηνώ 2. στενοχωριέμαι, λυπάμαι 3. λυπώ, δυσαρεστώ, στενοχωρώ II. παθ. 1. λυπάμαι για κάτι 2. θρηνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι λέξεις αυτές αποτελούν μία εκφραστική ομάδα, της οποίας η… …   Dictionary of Greek

  • ακαχίζω — ἀκαχίζω (Α) 1. θλίβω, πικραίνω (Όμ. π 432) 2. παθ. στενοχωρούμαι, πικραίνομαι (Όμ. δ 806). [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος (σε ίζω) τ. τού ρήματος ἄχομαι*, που έχει προέλθει με αναδιπλασιασμό (πρβλ. τους επίσης αναδιπλασιασμένους τύπους αορίστου και… …   Dictionary of Greek

  • άχθομαι — ἄχθομαι (Α) 1. έχω επάνω μου βάρος, είμαι φορτωμένος 2. στενοχωριέμαι, υποφέρω 3. αγανακτώ, οργίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Τα άχθομαι και άχθος, η μεταξύ των οποίων σχέση είναι ασαφής, αποτελούν ομηρικές ήδη λέξεις αβέβαιης ετυμολ. Αρχικώς η λ. σήμαινε… …   Dictionary of Greek

  • ακαχύνω — ἀκαχύνω (Α) απαντά στους τύπους ἀκαχῡναι και ἀκαχυνέμεν. [ΕΤΥΜΟΛ. Αναδιπλασιασμένος τ. ενεστώτα αντί ἄχομαι* (ή ἀχέω*) βλ. ἀκαχίζω] …   Dictionary of Greek

  • αχνάζω — ἀχνάζω, (αιολ. τ.) ἀχνάσδημι (Α) είμαι δυστυχισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αχνάσδημι αποτελεί παραλλαγή του τ. αχνάζω, το οποίο προήλθε από μεταπλασμό, κατά τα σε άζω, του *άχνημι, *άχναμαι. Οι ενεστωτικοί αυτοί τ. ανήκουν στην ομάδα των άχνυμαι, άχομαι …   Dictionary of Greek

  • agh- (*hegh-) —     agh (*hegh )     English meaning: to fear     Deutsche Übersetzung:’seelisch bedrũckt sein, sich fũrchten”     Material: Gk. ἄχος n. “ fear, pain, grief “, ἄχνυμαι, ἄχομαι “ grieving, sorrowing, mourning “ (Aor. ἥκαχε, ἠκαχόμην, perf.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.